δεξαμενή

Χτιστή αποθήκη, συχνά υπόγεια, όπου περισυλλέγεται και διατηρείται το βρόχινο νερό που προέρχεται από συλλεκτήριες επιφάνειες, όπως στέγες, πλακοστρωμένες αυλές κλπ. Χρησιμοποιείται κυρίως στους τόπους όπου η υδροληψία με άλλες μεθόδους είναι ανεπαρκής. Τα μέτρα που λαμβάνονται για την καλή διατήρηση του νερού ποικίλλουν. Η δ. πρέπει να διαθέτει τέτοια διάταξη, ώστε να αποκλείει την είσοδο του νερού από τις πρώτες βροχές, γιατί αυτό μεταφέρει ακαθαρσίες, ιδιαίτερα οργανικά κατάλοιπα, που έχει παρασύρει από τις συλλεκτήριες επιφάνειες. Η αποθήκη δεν πρέπει να παρουσιάζει ρωγμές, από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει νερό από μολυσμένες πηγές. Το νερό πρέπει πάντοτε να διηθείταιείτε πριν από την είσοδό του στη δ. είτε πριν από τη διοχέτευσή του στο δίκτυο. Αυτό επιτυγχάνεται, για παράδειγμα, αν προηγηθεί το πέρασμά του από ένα στρώμα από χαλίκια και λεπτόκοκκο άνθρακα. Τέλος, η δ. πρέπει να βρίσκεται σε μέρος που να εξασφαλίζει μέση θερμοκρασία κατά τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Δ. ονομάζεται και κάθε αποθήκη υγρού σε σημαντική ποσότητα, οπότε οι όροι της κατασκευής της καθορίζονται με βάση τις ιδιότητες του υγρού. Δ. είναι επίσης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά υγρών (δεξαμενόπλοια, υδροφόρα σκάφη, οχήματα και λοιπά). Δ. αποκαλείται επίσης και ο ειδικός, μικρής χωρητικότητας χώρος στον οποίο εκτρέφονται ψάρια. Από τις δ. του είδους, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν αυτές στις οποίες εκτρέφονται πέστροφες, γιατί τα ψάρια αυτά μπορούν να ζήσουν κατά χιλιάδες σε δ. μικρής χωρητικότητας. Εκτός από τις πέστροφες, σε δ. εκτρέφονται και πολλές ποικιλίες κυπρίνων, όπως οι γνωστοί με τις επιστημονικές ονομασίες χρυσίζων και παραδίσειος.Στις ίδιες δ. καλλιεργούνται και διάφορα φυτά, κυρίως νούφαρα, τα οποία συντελούν στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για τη διαβίωση και τον πολλαπλασιασμό των ψαριών. δ. προτύπων πλοίων. Δ. ορθογώνιου σχήματος, γεμάτη νερό και κατάλληλα εξοπλισμένη, όπου δοκιμάζονται πρότυπα (μοντέλα) σκαφών και ελίκων υπό κλίμακα. Τα πειράματα αυτά αποβλέπουν στο να προσδιοριστεί είτε το κατάλληλο σχήμα που πρέπει να δοθεί στο σκάφος, για να επιτευχθεί η ελάχιστη δυνατή αντίσταση κίνησης σε μία ορισμένη ταχύτητα, είτε τα χαρακτηριστικά της έλικας, ώστε το σύστημα σκάφος-έλικα να επιτρέπει την καλύτερη εκμετάλλευση της κινητήριας ισχύος. Η πρώτη δ. προτύπων πλοίων (μήκος 85 μ., πλάτος 11 μ. και βάθος 3 μ.) κατασκευάστηκε το 1874 στη Βρετανία, με πρωτοβουλία του Άγγλου μηχανικού Γουίλιαμ Φρουντ (1810-1879), ο οποίος κατόρθωσε να εφαρμόσει την πειραματική μέθοδο που βασίζεται στην αρχή της μηχανικής ομοιότητας στις μελέτες της υδροδυναμικής. Μετά τη Βρετανία και άλλες χώρες κατασκεύασαν δ. προτύπων πλοίων. Κατά τις διαδοχικές κατασκευές τους, οι εγκαταστάσεις αυτές αυξήθηκαν σε μέγεθος, αλλά κυρίως βελτιώθηκε ο εξοπλισμός τους, ώστε σήμερα να είναι δυνατή η εκτέλεση δοκιμών για τις χαρακτηριστικές ταλαντώσεις και τους ελιγμούς των σκαφών επιφάνειας ή των υποβρυχίων, υπό συνθήκες που πλησιάζουν πολύ τις πραγματικές. Για τη ρυμούλκηση των προτύπων χρησιμοποιείται ένα φορείο, που κινείται με προκαθορισμένη ταχύτητα πάνω σε τροχούς, τοποθετημένους στα άκρα της δ. Το φορείο αυτό είναι εφοδιασμένο με δυναμόμετρο, καθώς και άλλα όργανα, τα οποία επιτρέπουν την αποτύπωση της συμπεριφοράς των προτύπων. Από τις ενδείξεις αυτές μπορούν να εξαχθούν, με τη μέθοδο της μηχανικής ομοιότητας, τα αντίστοιχα στοιχεία σχετικά με το σκάφος, την έλικα κλπ., σε πραγματικές διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Για τη μελέτη του συστήματος έλικας-σκάφους, το πρότυπο εφοδιάζεται με έναν πραγματικό κινητήρα, και έτσι το φορείο δεν ρυμουλκεί, αλλά ακολουθεί το αυτοπροωθούμενο πρότυπο για να μπορεί να αποτυπώσει τα στοιχεία που ενδιαφέρουν. Για την εξέταση της συμπεριφοράς των πλοίων σε ταραγμένη θάλασσα, ορισμένες σύγχρονες δ. διαθέτουν συστήματα που προκαλούν κυματισμούς προκαθορισμένου εύρους και ρυθμού στην πειραματική δ. ναυτική δ. Δ. που είναι εγκατεστημένη κοντά στις εγκαταστάσεις ενός λιμανιού ή ενός ναυστάθμου, μέσα στην οποία μπορούν να τοποθετηθούν πλοία σε στεγνό χώρο για συντήρηση ή για επισκευή της τρόπιδας, όπως και για κάθε άλλη εργασία (π.χ. εργασίες στις έλικες και στο πηδάλιο, που δεν είναι δυνατόν να γίνουν υποθαλάσσια). Οι δ. επενδύονται με τοιχοποιία. Η κάτοψή τους είναι ορθογωνική και η εγκάρσια διατομή τους έχει σχήμα τραπεζίου. Σε μία από τις άκρες της (μερικές φορές και στις δύο) η δ. επικοινωνεί με τη θάλασσα, από την οποία μπορεί να διαχωριστεί με μία χαλύβδινη θύρα, που ονομάζεται θυρόπλοιο. Η θύρα αυτή είναι εφοδιασμένη με κιβώτια έρματος, ώστε να προσαρμόζεται στις τομές που έχουν δημιουργηθεί στα πλευρικά τοιχώματα και στο δάπεδο της δ. Η στεγανότητα εξασφαλίζεται από την υδροστατική πίεση που ασκεί το εξωτερικό νερό πάνω στο θυρόπλοιο, όταν η δ. κενωθεί με αντλίες. Για να στηριχτεί το σκάφος, όταν βρεθεί σε στεγνό χώρο, τοποθετούνται από πριν στο δάπεδο κομμάτια από σκληρό ξύλο (εσχάρια) σε μία ή περισσότερες σειρές. Εξάλλου, μεταξύ των πλευρικών τοιχωμάτων της δ. και των πλευρών του σκάφους τοποθετούνται μία ή περισσότερες σειρές ξύλινων υποστηριγμάτων, συνήθως οριζόντια. Τα πλοία μπορούν να τοποθετηθούν σε στεγνό χώρο και σε πλωτές δ. (ονομάζονται μόνιμες), οι οποίες έχουν μικρότερο κόστος, κατασκευάζονται γρηγορότερα και μεταφέρονται εύκολα όπου χρειάζεται. Οι πλωτές δ. αποτελούνται από ένα μεγάλο πλωτό κατασκεύασμα που διαθέτει κιβώτια ένωσης. Όταν η δ. εισχωρήσει κάτω από το πλοίο, τα κιβώτια αδειάζουν και έτσι αναδύεται το δάπεδο στο οποίο στηρίζεται το πλοίο. Τα σχέδια παριστάνουν μία πλωτή δεξαμενή στις δύο κύριες θέσεις της· επάνω, σε κατάδυση, ώστε να μπορεί να μπει το πλοίο που πρόκειται να δεξαμενιστεί· κάτω, σε ανάδυση λόγω της εκκένωσης των κιβωτίων άνωσης. Μία μόνιμη δεξαμενή χωρίς νερό. Το πλοίο βρίσκεται σε κενό χώρο και στηρίζεται με την τρόπιδά του στα ξύλινα υποστηρίγματα του δαπέδου. Δεξαμενή πρότυπων πλοίων στη Ρώμη, μήκους 275 μ. Στη φωτογραφία, ορισμένες καταγραφικές συσκευές.
* * *
η (AM δεξαμενή)
τεχνητή αποθήκη, υδατοστεγής, για τη συγκέντρωση νερού τής βροχής, από ρυάκι ή πηγή (α. «άνοιξα τη δεξαμενή για να ποτίσω», «ὅλας... δεξαμενὰς θερμῶν ὑδάτων ἀπήντλων», Ευστ.
β. «δεξαμενὰς ὑπαιθρίους», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. τεχνική εγκατάσταση ναυπηγείου, όπου βάφονται, καθαρίζονται ή επισκευάζονται τα πλοία
2. εσωτερικός χώρος πλοίου, όπου αποθηκεύονται υγρά, συνήθως καύσιμα
3. ονομασία διαφόρων χώρων τών πλοίων, οι οποίοι γεμίζονται με ξηρό ή υγρό φορτίο, εμπόρευμα ή έρμα
4. φρ. α) «πλωτή δεξαμενή» — μεγάλο σκάφος τού οποίου βυθίζονται ορισμένα τμήματα τόσο, όσο να γίνεται δεξαμενισμός μικρότερων σκαφών
β) ανατ. «δεξαμενές υπαραχνοειδούς μήνιγγος» — οι κοιλότητες που σχηματίζονται από την αραχνοειδή μήνιγγα τού εγκεφάλου
γ) ανατ. «δεξαμενή χυλοφόρος» — ανεύρυσμα τού αριστερού θωρακικού πόρου
δ) «δεξαμενή ψηφοφόρων ή οπαδών» — μεγάλες ομάδες, τάξεις ή κοινωνικά στρώματα από τα οποία εξασφαλίζονται συνεχώς ψηφοφόροι ή οπαδοί
μσν.
φρ. «ἡ θεία δεξαμενή» — ο ναός τής Αγίας Σοφίας ως τόπος εξαγνισμού
αρχ.
1. κάθε είδους δοχείο
2. πληθ. οι φλέβες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ουσιαστικοποιημένη μετοχή θηλ. γένους τού αορ. τού ρ. δέχομαι*. Στη λέξη έχει διατηρηθεί ο αρχικός τονισμός τών μετοχών στη λήγουσα (πρβλ. Ορχομενός < Ερχομενός), προτού μετακινηθεί στην παραλήγουσα κατά τον νόμο του Wheelēr (πρβλ. και *πατρασί > πατράσι έναντι τρισί, παισί), αρχικά όπου οι τρεις τελευταίες συλλαβές σχημάτιζαν μετρικό δάκτυλο.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) δεξαμενόπλοιο. (Β' συνθετικό) βενζινοδεξαμενή, ελαιοδεξαμενή, οινοδεξαμενή, πετρελαιοδεξαμενή, υδατοδεξαμενή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δεξαμενῇ — δεξαμενή receptacle fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξαμενή — receptacle fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δεξαμένη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δεξαμένῃ — Δεξαμένη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξαμενή — [дэксамэни] ουσ. Θ. резервуар, цистерна …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δεξαμενή — η 1. χώρος ειδικά κατασκευασμένος για την αποθήκευση συνήθως νερού, αλλά και άλλων υγρών, στέρνα. 2. ειδική τεχνική κατασκευή σε ναυπηγείο ή σε ναύσταθμο, όπου βάζουν τα πλοία για επισκευή, χαβούζα, πισίνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεξαμένη — δέχομαι take aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) δείκνυμι bring to light aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξαμένῃ — δέχομαι take aor part mid fem dat sg (attic epic ionic) δείκνυμι bring to light aor part mid fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενυδρείο — Δεξαμενή ή σειρά δεξαμενών με ένα ή περισσότερα γυάλινα τοιχώματα, όπου διατηρούνται στη ζωή ζώα και υδρόβια φυτά για επιστημονικούς ή διακοσμητικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι πρώτοι οι Κινέζοι κατασκεύασαν διακοσμητικά ε., ενώ στην Ευρώπη, μόλις τον …   Dictionary of Greek

  • Δεξαμένηι — Δεξαμένῃ , Δεξαμένη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.